Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sofreír
[past form: sofreí][present form: sofrío]
01
τσιγαρίζω
cocinar un alimento con poco aceite o grasa a fuego medio para dorarlo ligeramente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
sofrío
γ΄ ενικό πρόσωπο
sofríe
ενεστώτα μετοχή
sofriend
απλός αόριστος
sofreí
παθητική μετοχή
sofrito,sofreído
Παραδείγματα
El secreto está en sofreír los ingredientes lentamente.
Το μυστικό είναι να σουτάρεις τα υλικά αργά.



























