Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El colapso nervioso
01
νευρική κατάρρευση, νευρική κρίση
un estado de agotamiento mental y emocional extremo que impide funcionar con normalidad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
colapsos nerviosos
Παραδείγματα
Después de meses de estrés intenso en el trabajo, sufrió un colapso nervioso.
Μετά από μήνες έντονου άγχους στη δουλειά, υπέστη νευρική κατάρρευση.



























