Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La polio
01
πολιομυελίτιδα
una enfermedad viral contagiosa que puede causar parálisis y discapacidad permanente
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La vacuna contra la polio ha erradicado la enfermedad en muchos países.
Το εμβόλιο κατά της πολιομυελίτιδας εξάλειψε την ασθένεια σε πολλές χώρες.
Λεξικό Δέντρο
monopolio
polio



























