Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La polio
01
πολιομυελίτιδα
una enfermedad viral contagiosa que puede causar parálisis y discapacidad permanente
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La polio afecta principalmente a los niños menores de cinco años.
Η πολιομυελίτιδα επηρεάζει κυρίως παιδιά κάτω των πέντε ετών.
Λεξικό Δέντρο
monopolio
polio



























