la dislexia
dis
dis
dis
lex
lek
lek
ia
sia
sia

Ορισμός και σημασία του "dislexia"στα ισπανικά

01

δυσλεξία

una dificultad de aprendizaje que afecta la capacidad de leer y escribir con fluidez 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
A mi hijo le diagnosticaron dislexia en la escuela primaria. 

Στο γιο μου διαγνώστηκε δυσλεξία στο δημοτικό σχολείο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store