la princesa
Pronunciation
/pɾinθˈesa/

Ορισμός και σημασία του "princesa"στα ισπανικά

01

πριγκίπισσα, κόρη βασιλιά ή βασίλισσας

hija de un rey o una reina, generalmente heredera al trono
la princesa definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
princesas
Παραδείγματα
La princesa estudia asuntos del reino con su tutora.
Η πριγκίπισσα μελετά τα θέματα του βασιλείου με τη δασκάλα της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store