el alergeno
a
a
α
ler
leɾ
λερ
ge
ˈxe
χε
no
no
νο
duodenomolibdenotungstenochileno

Ορισμός και σημασία του "alergeno"στα ισπανικά

01

αλλεργιογόνο, αλλεργιογόνη ουσία

sustancia que provoca una reacción alérgica en algunas personas 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
alérgenos
Παραδείγματα
El polen es un alérgeno muy común en primavera. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store