Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desafiante
01
προκλητικός, αντιθετικός
que muestra oposición o resistencia abierta ante algo o alguien
Παραδείγματα
Mostró una actitud desafiante ante la autoridad.
Έδειξε προκλητική στάση απέναντι στην εξουσία.
02
προκλητικός, δύσκολος
que representa una dificultad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más desafiante
συγκριτικός βαθμός
más desafiante
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
desafiante
αρσενικό πληθυντικό
desafiantes
θηλυκό ενικό
desafiante
θηλυκό πληθυντικό
desafiantes
Παραδείγματα
Resolver este problema matemático es desafiante.



























