Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reversible
01
αντιστρέψιμος, αναστρέψιμος
que puede volver a su estado anterior o cambiar de dirección sin daño
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más reversible
συγκριτικός βαθμός
más reversible
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
reversible
αρσενικό πληθυντικό
reversibles
θηλυκό ενικό
reversible
θηλυκό πληθυντικό
reversibles
θεματικό πεδίο
proceso, cambio, estado
Παραδείγματα
La operación es reversible si se actúa a tiempo.
Η επέμβαση είναι αντιστρέψιμη εάν ενεργηθεί εγκαίρως.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
irreversible
reversible
revers



























