Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reversible
01
αντιστρέψιμος, αναστρέψιμος
que puede volver a su estado anterior o cambiar de dirección sin daño
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más reversible
συγκριτικός βαθμός
más reversible
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
reversible
αρσενικό πληθυντικό
reversibles
θηλυκό ενικό
reversible
θηλυκό πληθυντικό
reversibles
Παραδείγματα
La cirugía plástica ofrecía resultados reversibles.
Η πλαστική χειρουργική προσέφερε αντιστρέψιμα αποτελέσματα.
Λεξικό Δέντρο
irreversible
reversible
revers



























