Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La modernización
01
εκσυγχρονισμός
acción o resultado de actualizar algo para que sea moderno o esté al día
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La empresa invirtió en la modernización de sus instalaciones.
Η εταιρεία επένδυσε στη εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεών της.



























