Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mutar
01
μεταλλάσσομαι, αλλάζω
cambiar de forma, estructura o características, especialmente en biología o genética
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
muto
γ΄ ενικό πρόσωπο
muta
ενεστώτα μετοχή
mutando
απλός αόριστος
mutó
παθητική μετοχή
mutado
Παραδείγματα
Los científicos estudian cómo mutan los organismos.
Οι επιστήμονες μελετούν πώς μεταλλάσσονται οι οργανισμοί.



























