Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La polémica
01
πολεμική
discusión o debate público sobre un tema que genera opiniones enfrentadas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
polémicas
Παραδείγματα
La decisión del gobierno generó mucha polémica.
Η απόφαση της κυβέρνησης προκάλεσε πολλή διαμάχη.



























