Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pútrido
01
σαπρός, αποσυντιθέμενος
que está descompuesto y despide un olor muy desagradable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más pútrido
συγκριτικός βαθμός
más pútrido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
pútrido
αρσενικό πληθυντικό
pútridos
θηλυκό ενικό
pútrida
θηλυκό πληθυντικό
pútridas
Παραδείγματα
Los residuos químicos producían un aire pútrido.
Τα χημικά απόβλητα παρήγαγαν pútrido αέρα.



























