Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
avinagrado
01
ξινός, άλμυρος
que tiene un sabor agrio o ácido que resulta desagradable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más avinagrado
συγκριτικός βαθμός
más avinagrado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
avinagrado
αρσενικό πληθυντικό
avinagrados
θηλυκό ενικό
avinagrada
θηλυκό πληθυντικό
avinagradas
Παραδείγματα
El sabor avinagrado de la leche cortada es desagradable.
Η ξινή γεύση του πηγμένου γάλακτος είναι δυσάρεστη.



























