el médium
méd
ˈmeð
medh
ium
jum
yoom

Ορισμός και σημασία του "médium"στα ισπανικά

01

μέντιουμ, πνευματιστής

persona que se cree capaz de comunicarse con espíritus o recibir mensajes del más allá 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
médiums
Παραδείγματα
El médium afirmó que podía hablar con los espíritus. 

Ο μέντιουμ ισχυρίστηκε ότι μπορούσε να μιλήσει με τα πνεύματα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store