el mal de ojo
mal
ˈmal
mal
de
de
de
o
o
o
jo
xo
kho

Ορισμός και σημασία του "mal de ojo"στα ισπανικά

01

κακό μάτι

creencia de que una persona puede causar daño a otra con su mirada 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Creen que el bebé sufrió el mal de ojo. 

Πιστεύουν ότι το μωρό επηρεάστηκε από το κακό μάτι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store