Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El viaje en el tiempo
01
ταξίδι στο χρόνο, μετατόπιση στο χρόνο
desplazamiento de una persona o cosa a un momento del pasado o del futuro
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
viajes en el tiempo
Παραδείγματα
La novela combina romance y viaje en el tiempo.
Το μυθιστόρημα συνδυάζει ρομαντισμό και ταξίδι στο χρόνο.



























