Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El viaje en el tiempo
01
ταξίδι στο χρόνο, μετατόπιση στο χρόνο
desplazamiento de una persona o cosa a un momento del pasado o del futuro
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
viajes en el tiempo
Παραδείγματα
La película trata sobre un viaje en el tiempo al siglo XIX.
Η ταινία αφορά ένα ταξίδι στο χρόνο στον 19ο αιώνα.



























