Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La autoayuda
01
αυτοβοήθεια, προσωπική ανάπτυξη
conjunto de consejos, técnicas o libros destinados a mejorar aspectos personales, emocionales o profesionales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Compré un libro de autoayuda para mejorar mi autoestima.
Αγόρασα ένα βιβλίο αυτοβοήθειας για να βελτιώσω την αυτοεκτίμησή μου.



























