el torno
tor
ˈtoɾ
tor
no
no
no
turnotoreotoriotorneo

Ορισμός και σημασία του "torno"στα ισπανικά

01

τροχός αγγειοπλάστη, στάμνος αγγειοπλάστη

máquina o instrumento que permite dar forma a la arcilla girándola mientras se moldea 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
tornos
Παραδείγματα
El alfarero puso la arcilla en el torno. 

Ο αγγειοπλάστης έβαλε τον πηλό στον τροχό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store