Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El tormento
01
βασανιστήριο, ταλαιπωρία
un sufrimiento físico o mental muy intenso y prolongado
Παραδείγματα
Su mirada reflejaba años de silencioso tormento.
Το βλέμμα της αντανακλούσε χρόνια σιωπηλού βασανιστηρίου.



























