Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bordar
01
κεντώ, διακοσμώ με κέντημα
decorar una tela cosiendo hilos formando dibujos o letras
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
bordo
γ΄ ενικό πρόσωπο
borda
ενεστώτα μετοχή
bordando
απλός αόριστος
bordó
παθητική μετοχή
bordado
Παραδείγματα
Aprendí a bordar en la escuela.
Έμαθα να κεντάω στο σχολείο.
02
εκτελώ εξαιρετικά, διακρίνομαι
realizar un examen o tarea de forma excepcionalmente buena, obteniendo la máxima calificación
Παραδείγματα
Estudió tanto que bordó el examen final de química.
Μελέτησε τόσο πολύ που έδωσε εξαιρετικά την τελική εξέταση της χημείας.



























