Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La silueta
01
σιλουέτα
contorno o forma externa de una persona o cosa, vista como una sombra o perfil
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
siluetas
Παραδείγματα
La silueta del árbol se ve al atardecer.
Το σιλουέτ του δέντρου φαίνεται στο ηλιοβασίλεμα.



























