el caro
ˈbu
boo
ca
ka
ka
ro
ro
ro

Ορισμός και σημασία του "búcaro"στα ισπανικά

01

πηλός, άργιλος

material natural de la tierra que se usa para moldear objetos 
el búcaro definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El alfarero compró búcaro para hacer nuevas vasijas. 

Ο αγγειοπλάστης αγόρασε πηλό για να φτιάξει νέα αγγεία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store