Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La premisa
01
πρόταση, υπόθεση
idea o proposición que sirve de base para un razonamiento o argumento
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
premisas
Παραδείγματα
Analizar la premisa ayuda a entender el argumento.
Η ανάλυση της υπόθεσης βοηθά στην κατανόηση του επιχειρήματος.



























