Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La solidaridad
01
αλληλεγγύη
apoyo mutuo y cooperación entre personas o grupos, especialmente en situaciones difíciles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La ONG promueve la solidaridad con comunidades vulnerables.
Το ΜΚΟ προωθεί την αλληλεγγύη με τις ευάλωτες κοινότητες.



























