Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El solipsismo
01
σολιψισμός
doctrina filosófica que sostiene que solo la propia mente puede conocerse con certeza
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
solipsismos
Παραδείγματα
El solipsismo niega la certeza del mundo exterior.
Ο σολιψισμός αρνείται τη βεβαιότητα του εξωτερικού κόσμου.



























