el solipsismo
Pronunciation
/sˌolipsˈismo/

Ορισμός και σημασία του "solipsismo"στα ισπανικά

01

σολιψισμός

doctrina filosófica que sostiene que solo la propia mente puede conocerse con certeza 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
solipsismos
Παραδείγματα
El solipsismo niega la certeza del mundo exterior. 

Ο σολιψισμός αρνείται τη βεβαιότητα του εξωτερικού κόσμου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store