Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La brecha salarial
01
χάσμα μισθών, ανισότητα αποδοχών
diferencia en los ingresos que reciben distintas personas o grupos por el mismo trabajo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
brechas salariales
Παραδείγματα
Políticas de igualdad buscan reducir la brecha salarial.
Οι πολιτικές ισότητας στοχεύουν στη μείωση του μισθολογικού χάσματος.



























