Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El prejuicio
01
προκατάληψη
opinión o juicio negativo que se tiene sobre alguien o algo sin conocerlo bien o sin razones justificadas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
prejuicios
Παραδείγματα
Los prejuicios raciales afectan la convivencia social.
Οι φυλετικές προκαταλήψεις επηρεάζουν την κοινωνική συνύπαρξη.



























