Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La marginación
01
περιθωριοποίηση, αποκλεισμός
proceso por el cual una persona o grupo queda excluido o apartado de la participación social, económica o política
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La educación es clave para superar la marginación.
Η εκπαίδευση είναι το κλειδί για την υπέρβαση της περιθωριοποίησης.



























