Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La tasa de desempleo
01
ποσοστό ανεργίας
porcentaje de personas en edad de trabajar que buscan empleo y no lo encuentran
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La tasa de desempleo subió al 12% este año.
Το ποσοστό ανεργίας αυξήθηκε στο 12% φέτος.



























