Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sobornar
01
δωροδοκώ, παρακαλώ
dar dinero u otra ventaja a alguien para que haga algo ilegal o favorezca tus intereses
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
soborno
γ΄ ενικό πρόσωπο
soborna
ενεστώτα μετοχή
sobornando
απλός αόριστος
sobornó
παθητική μετοχή
sobornado
Παραδείγματα
Sobornar puede traer consecuencias legales severas.
Το δωροδοκία μπορεί να επιφέρει σοβαρές νομικές συνέπειες.



























