Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vinculante
01
δεσμευτικός, υποχρεωτικός
que obliga a cumplir o seguir lo indicado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
vinculante
αρσενικό πληθυντικό
vinculantes
θηλυκό ενικό
vinculante
θηλυκό πληθυντικό
vinculantes
θεματικό πεδίο
derecho, normas, autoridad
Παραδείγματα
La decisión del tribunal es vinculante.
Η απόφαση του δικαστηρίου είναι δεσμευτική.
LanGeek



























