vinculante
vin
bin
bin
cu
ku
koo
lan
ˈlan
lan
te
te
te
exuberantealucinanteintegrantedeclarante

Ορισμός και σημασία του "vinculante"στα ισπανικά

vinculante
01

δεσμευτικός, υποχρεωτικός

que obliga a cumplir o seguir lo indicado 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
vinculante
αρσενικό πληθυντικό
vinculantes
θηλυκό ενικό
vinculante
θηλυκό πληθυντικό
vinculantes
θεματικό πεδίο
derecho, normas, autoridad
Παραδείγματα
La decisión del tribunal es vinculante. 

Η απόφαση του δικαστηρίου είναι δεσμευτική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store