Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
procesar
01
διώκω δικαστικά
iniciar acciones legales contra alguien por un delito
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
proceso
γ΄ ενικό πρόσωπο
procesa
ενεστώτα μετοχή
procesando
απλός αόριστος
procesó
παθητική μετοχή
procesado
Παραδείγματα
Procesar a un sospechoso implica iniciar un juicio.
Η δίωξη ενός υπόπτου περιλαμβάνει την έναρξη δίκης.
02
επεξεργάζομαι, μετατρέπω
someter una materia prima a una serie de operaciones para transformarla o conservarla
Παραδείγματα
Procesaron la fruta para hacer mermelada.
Επεξεργάστηκαν τα φρούτα για να φτιάξουν μαρμελάδα.



























