Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
forense
01
δικαστικός, εγκληματολογικός
relacionado con la investigación legal o judicial
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
forense
αρσενικό πληθυντικό
forenses
θηλυκό ενικό
forense
θηλυκό πληθυντικό
forenses
Παραδείγματα
Se presentó un informe forense al juez.
Ένα αποδεικτικό έκθεση παρουσιάστηκε στον δικαστή.



























