pagano
pa
pa
pa
ga
ˈɣa
gha
no
no
no
gusanohumanotiranoverano

Ορισμός και σημασία του "pagano"στα ισπανικά

01

παγανιστικός, εθνικός

que no sigue las religiones monoteístas, especialmente cristianismo, judaísmo o islam 
pagano definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
pagano
αρσενικό πληθυντικό
paganos
θηλυκό ενικό
pagana
θηλυκό πληθυντικό
paganas
θεματικό πεδίο
religión, sociedad, historia
Παραδείγματα
Los antiguos romanos eran paganos. 

Οι αρχαίοι Ρωμαίοι ήταν εθνικοί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store