el pastor
pas
ˈpas
pas
tor
tor
tor
pastar

Ορισμός και σημασία του "pastor"στα ισπανικά

01

πάστορας

líder religioso que guía a una comunidad cristiana 
el pastor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pastores
αρσενικό ενικό
pastor
θηλυκό ενικό
pastora
neutral form
líder religioso
Παραδείγματα
Escuchamos al pastor en la iglesia. 

Ακούσαμε τον προεστώ στην εκκλησία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store