Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
procesado
01
επεξεργασμένος, επεξεργασμένο
que ha sido sometido a algún tratamiento industrial o culinario antes de consumirse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más procesado
συγκριτικός βαθμός
más procesado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
procesado
αρσενικό πληθυντικό
procesados
θηλυκό ενικό
procesada
θηλυκό πληθυντικό
procesadas
Παραδείγματα
La comida rápida suele ser muy procesada.
Το fast food είναι συνήθως πολύ επεξεργασμένο.
El procesado
01
κατηγορούμενος
persona acusada formalmente en un proceso judicial
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
procesados
Παραδείγματα
El procesado fue declarado inocente.
Ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε αθώος.



























