procesado
pro
pɾo
pro
ce
θe
the
sa
ˈsa
sa
do
ðo
dho
escarpadopreparadoestresadoretrasado

Ορισμός και σημασία του "procesado"στα ισπανικά

01

επεξεργασμένος, επεξεργασμένο

que ha sido sometido a algún tratamiento industrial o culinario antes de consumirse 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más procesado
συγκριτικός βαθμός
más procesado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
procesado
αρσενικό πληθυντικό
procesados
θηλυκό ενικό
procesada
θηλυκό πληθυντικό
procesadas
Παραδείγματα
La comida procesada suele contener más sal y azúcar. 

Τα επεξεργασμένα τρόφιμα συνήθως περιέχουν περισσότερο αλάτι και ζάχαρη.

01

κατηγορούμενος

persona acusada formalmente en un proceso judicial 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
procesados
Παραδείγματα
El procesado negó todas las acusaciones. 

Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store