Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La vulnerabilidad
01
ευπάθεια
condición de estar expuesto a daño físico, emocional o social
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La vulnerabilidad emocional requiere apoyo.
Η συναισθηματική ευπάθεια απαιτεί υποστήριξη.
LanGeek



























