Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La vulnerabilidad
01
ευπάθεια
condición de estar expuesto a daño físico, emocional o social
Παραδείγματα
La enfermedad genera vulnerabilidad física.
Η ασθένεια δημιουργεί σωματική ευπάθεια.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ευπάθεια