térmico
tér
ˈteɾ
ter
mi
mi
mi
co
ko
ko

Ορισμός και σημασία του "térmico"στα ισπανικά

01

θερμικός, θερμοκρασιακός

relacionado con el calor o la temperatura 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
térmico
αρσενικό πληθυντικό
térmicos
θηλυκό ενικό
térmica
θηλυκό πληθυντικό
térmicas
θεματικό πεδίο
física, energía, temperatura
Παραδείγματα
La energía térmica se produce por el movimiento de las partículas. 

Η θερμική ενέργεια παράγεται από την κίνηση των σωματιδίων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store