Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reproducir
01
αναπαράγω
producir nuevos individuos de la misma especie
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
reproduzco
γ΄ ενικό πρόσωπο
reproduce
ενεστώτα μετοχή
reproduciendo
απλός αόριστος
reprodujo
παθητική μετοχή
reproducido
Παραδείγματα
Algunos vegetales se reproducen asexual y sexualmente.
Μερικά λαχανικά αναπαράγονται ασεξουαλικά και σεξουαλικά.
02
αναπαράγω
hacer que un archivo de sonido o video comience a sonar o mostrarse
Παραδείγματα
El botón para reproducir y pausar es el mismo.
Το κουμπί για αναπαραγωγή και παύση είναι το ίδιο.



























