Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
purificar
01
καθαρίζω, απολυμαίνω
eliminar impurezas o contaminantes de algo, especialmente agua, aire o sustancias naturales
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
purifico
γ΄ ενικό πρόσωπο
purifica
ενεστώτα μετοχή
purificando
απλός αόριστος
purificó
παθητική μετοχή
purificado
Παραδείγματα
La conservación de los bosques ayuda a purificar el aire.
Η διατήρηση των δασών βοηθά στον εξαγνισμό του αέρα.



























