viciado
vic
ˈbiθ
bith
ia
ja
ya
do
do
do
cargadopareadotornadosentado

Ορισμός και σημασία του "viciado"στα ισπανικά

01

μολυσμένος, ρυπασμένος

que está contaminado o impuro, especialmente aire o agua 
viciado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más viciado
συγκριτικός βαθμός
más viciado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
viciado
αρσενικό πληθυντικό
viciados
θηλυκό ενικό
viciada
θηλυκό πληθυντικό
viciadas
Παραδείγματα
El lago está viciado por desechos industriales. 

Η λίμνη είναι μολυσμένη από βιομηχανικά απόβλητα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store