Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dar de comer
01
ταΐζω, δίνω να φάει
proporcionar alimento a alguien o a un animal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
doy de comer
γ΄ ενικό πρόσωπο
da de comer
ενεστώτα μετοχή
dando de comer
απλός αόριστος
dio de comer
παθητική μετοχή
dado de comer
Παραδείγματα
Daré de comer al perro antes de salir.
Θα ταΐσω το σκυλί πριν φύγω.



























