Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dar de comer
01
ταΐζω, δίνω να φάει
proporcionar alimento a alguien o a un animal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
doy de comer
γ΄ ενικό πρόσωπο
da de comer
ενεστώτα μετοχή
dando de comer
απλός αόριστος
dio de comer
παθητική μετοχή
dado de comer
Παραδείγματα
Dar de comer a los animales es parte del trabajo en la granja.
Το ταΐσμα των ζώων είναι μέρος της εργασίας στο αγρόκτημα.



























