capar
ca
ka
ka
par
ˈpaɾ
par
cavarcaptarcasarcatar

Ορισμός και σημασία του "capar"στα ισπανικά

01

ευνουχίζω, αποστερώ

extirpar los órganos reproductores de un animal, especialmente machos 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
capo
γ΄ ενικό πρόσωπο
capa
ενεστώτα μετοχή
capando
απλός αόριστος
capó
παθητική μετοχή
capado
Παραδείγματα
Caparon al caballo antes de llevarlo al establo. 

Καπάρ το άλογο πριν το πάνε στο στάβλο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store