Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
capar
01
ευνουχίζω, αποστερώ
extirpar los órganos reproductores de un animal, especialmente machos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
capo
γ΄ ενικό πρόσωπο
capa
ενεστώτα μετοχή
capando
απλός αόριστος
capó
παθητική μετοχή
capado
Παραδείγματα
Caparon al perro para evitar problemas de comportamiento.
Ευνουχίσαν το σκύλο για να αποφύγουν προβλήματα συμπεριφοράς.



























