el mochilero
Pronunciation
/mˌotʃilˈɛɾɔ/

Ορισμός και σημασία του "mochilero"στα ισπανικά

01

ταξιδιώτης με σακίδιο, βακπακερ

persona que viaja llevando una mochila, generalmente de manera económica y autónoma
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
mochileros
Παραδείγματα
El mochilero planeó su ruta por Internet.
Ο ταξιδιώτης με σακίδιο σχεδίασε τη διαδρομή του μέσω Διαδικτύου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store