Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
encestar
01
σκοράρω, βάζω στο καλάθι
introducir la pelota dentro del aro o canasta para obtener puntos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
encesto
γ΄ ενικό πρόσωπο
encesta
ενεστώτα μετοχή
encestando
απλός αόριστος
encestó
παθητική μετοχή
encestado
Παραδείγματα
Todos los entrenadores enseñan cómo encestar correctamente.
Όλοι οι προπονητές διδάσκουν πώς να σκοράρουν σωστά.



























