Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tiritar
01
τρέμω
mover el cuerpo de manera rápida y repetida, generalmente por frío, miedo o fiebre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
tirito
γ΄ ενικό πρόσωπο
tirita
ενεστώτα μετοχή
tiritando
απλός αόριστος
tiritó
παθητική μετοχή
tiritado
Παραδείγματα
El niño tiritaba por el frío en la nieve.
Το παιδί τρεμόσουνα από το κρύο στο χιόνι.
LanGeek



























