Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tiritar
01
τρέμω
mover el cuerpo de manera rápida y repetida, generalmente por frío, miedo o fiebre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
tirito
γ΄ ενικό πρόσωπο
tirita
ενεστώτα μετοχή
tiritando
απλός αόριστος
tiritó
παθητική μετοχή
tiritado
Παραδείγματα
El perro tiritaba después de nadar en el río.
Ο σκύλος τρεμόπαιζε μετά την κολύμβηση στο ποτάμι.



























