Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La reconciliación
01
συμφιλίωση
restablecimiento de la relación, armonía o entendimiento entre personas que estaban enemistadas o distanciadas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Buscan la reconciliación tras la ruptura de la pareja.
Ψάχνουν τη συμφιλίωση μετά τη διάλυση του ζευγαριού.



























