Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La ruptura
01
χωρισμός, ρήξη
fin de una relación romántica o afectiva entre dos personas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
rupturas
Παραδείγματα
La ruptura fue dolorosa para ambos.
Ο χωρισμός ήταν οδυνηρός και για τους δύο.



























