la pasión
Pronunciation
/pasjˈɔn/

Ορισμός και σημασία του "pasión"στα ισπανικά

01

πάθος, έρωτας

sentimiento intenso de deseo y amor romántico hacia otra persona
la pasión definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Su beso estaba lleno de pasión y ternura.
Το φιλί τους ήταν γεμάτο πάθος και τρυφερότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store